ὀρθός

ὀρθός, ή, όν прямой; правильный (ср. орфография; ὀρθόδοξος ≃ православный; ортодокс)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὀρθός" в других словарях:

  • ὀρθός — straight masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὄρθος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ορθός — ή, ό (ΑΜ ὀρθός, Α λακων. τ. ὀρσός, ή, όν) 1. ευθυτενής, στητός, όρθιος («ὀρθαὶ δὲ τρίχες ἔσταν», Ομ. Ιλ.) 2. (για ανθρώπους και ζώα) αυτός που στέκεται όρθιος, στα πόδια του («μὲ άκουγε ορθός και σιωπηλός»). 3. ευθύς, ίσιος («Ἀπόλλων ὀρθὸν ἰθύνοι …   Dictionary of Greek

  • ορθός — ή, ό 1. κατακόρυφος, όρθιος, στητός: Πάει ο γαμπρός σαν αϊτός, ορθός, καμαρωμένος (Κρυστάλλης). 2. αυτός που στέκεται στα πόδια, που δεν κάθεται, ούτε πλαγιάζει: Στάσου ορθός. 3. αυτός που σχηματίζει γωνία 90°: Ορθή γωνία. 4. μτφ., σωστός,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ορθός — [ортос] ас. прямой, правильный, справедливый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ὀρθά — ὀρθός straight neut nom/voc/acc pl ὀρθά̱ , ὀρθός straight fem nom/voc/acc dual ὀρθά̱ , ὀρθός straight fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθότερον — ὀρθός straight adverbial comp ὀρθός straight masc acc comp sg ὀρθός straight neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθοτέρως — ὀρθός straight adverbial comp ὀρθός straight masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθῶν — ὀρθός straight fem gen pl ὀρθός straight masc/neut gen pl ὀρθόω set straight pres part act masc voc sg (doric aeolic) ὀρθόω set straight pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ὀρθόω set straight pres part act masc nom sg ὀρθόω set… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθόν — ὀρθός straight masc acc sg ὀρθός straight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρθότατα — ὀρθός straight adverbial superl ὀρθός straight neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.